Νοεμβρίου 29, 2008

Παλιά, κλασικά ανέκδοτα

Τέσσερις άνδρες οι οποίοι βρέθηκαν τυχαία σε ένα μπαρ και είχαν πιάσει την κουβέντα για διάφορα θέματα. Σε μια στιγμή, ο ένας από αυτούς πηγαίνει στην τουαλέτα, ενώ οι υπόλοιπο συνέχιζαν τη συζήτηση τους, σχετικά με τα κατορθώματα των γιων τους. Ξεκινάει ο πρώτος..
- «Εμένα ο γιος μου ξεκίνησε σαν παιδί για τους καφέδες στην αντιπροσωπεία της Mercedes στην Κηφισίας. Ανέβηκε σιγά σιγά όμως θέσεις, και τώρα είναι διευθυντής πωλήσεων. Μάλιστα, είναι τόσο καλός στη δουλειά του που έχει συνεχώς μπόνους. Να φανταστείτε, πρέπει να έχει τόση άνεση, που μόλις πριν από ένα μήνα χάρισε σε ένα φίλο του μια ολοκαίνουρια Mercedes».
- «Αυτό δεν είναι τίποτα», πετάγεται ο δεύτερος, «εμένα ο γιος μου ξεκίνησε καθαρίζοντας πατώματα σε ένα μεσιτικό γραφείο. Ανέβηκε θέσεις όμως και τώρα είναι τόσο πλούσιος που αγόρασε και χάρισε σε ένα φίλο του ένα διώροφο σπίτι στην εξοχή».
- «Όλα αυτά τα ακούω βερεσέ», λέει και ο τρίτος. «Ο γιος μου ξεκίνησε καθαρίζοντας πατώματα στην Σοφοκλέους. Με τον καιρό όμως ανέβηκε στην κλίμακα και πλέον είναι τόσο πλούσιος, ώστε χάρισε σε ένα φίλο του μετοχές αξίας 20 εκατομμυρίων».
Εκείνη τη στιγμή, γυρνάει ο τέταρτος της παρέας, και οι υπόλοιποι του εξηγούν το θέμα συζήτησης.. και ρωτάνε και για τον δικό του γιο. Ο τύπος παίρνει περίλυπο ύφος και λέει..
- Τι να σας πω ρε παιδιά.. μια ζωή ο γιος μου κομμωτής ήταν. Και πρόσφατα υπέπεσε στην αντίληψή μου ότι είναι ομοφυλόφιλος. Και να ήταν κρυφός.. να πάει στο διάολο.. αλλάζει τους γκόμενους σαν τα σώβρακα.. Η μόνη παρηγοριά είναι ότι έχει και τα τυχερά του. Οι τρεις τελευταίοι γκόμενοί του του χάρισαν μια Mercedes, ένα σπίτι και μετοχές αξίας 20 εκατομμυρίων δραχμών».

Το πρωί ήμουν στην Εθνική Οδό. Κοιτάω αριστερά και τι να δω; Μια γκόμενα με μια κουρσάρα, με πατημένα 150, να κοιτάζεται στον πλαϊνό καθρέφτη και να βάζει κραγιόν! Και φυσικά, έτσι αφηρημένη, είχε αρχίσει να μπαίνει στη λωρίδα μου! Τρόμαξα τόσο που μου έπεσε η ξυριστική μηχανή από το ένα χέρι και το σάντουιτς από το άλλο, προσπάθησα να κουμαντάρω το τιμόνι με τα γόνατα, μου φεύγει και το κινητό όπως το κρατούσα με τον ώμο και μιλούσα, πέφτει μέσα στον καφέ που είχα ανάμεσα στα πόδια μου, έγιναν τα πλήκτρα του laptop σκατά. Γυναίκες οδηγοί, σου λέει μετά!

Στην είσοδο ενός χωριού στα Χανιά ακούγονται δύο πυροβολισμοί και κάποιος με το όνομα Σήφης λέει στο γιο του:
_«Άμε, μωρέ Μανωλιό, εκειά που ακούγονται οι πυροβολισμοί να δεις ίντα συμβαίνει και έλα να μου πεις, μα γερά-γερά, για να έχω τ’ αμέντε μου».
Πάει ο Μανωλιός εκεί που του είπε ο πατέρας του και γυρνώντας του λέει:
_«Πατέρα, οι πυροβολισμοί είναι μαθές γιατί ήρθε ο Κωστάκης ο Καραμανλής με τον Σημίτη».
Αφού παύουν για λίγο οι πυροβολισμοί σε μια στιγμή ακούγονται και πάλι από την κεντρική πλατεία του χωριού και ο Σήφης λέει πάλι στο γιο του:
_«Άμε, μωρέ Μανωλιό, στην πλατεία να δεις ίντα συμβαίνει εκεί και έλα να μου πεις, για να έχω το νου μου».
Πάει ο Μανωλιός στην πλατεία και γυρνώντας λέει του πατέρα του:
_«Πατέρα, οι πυροβολισμοί είναι γιατί, όπως σου είπα και πιο πριν, ήρθε ο Κωστάκης ο Καραμανλής με τον Σημίτη».
Και ο Σήφης νευριασμένα:
«Ε και ίντα κάνουν αυτοί οι άχρηστοι; Ακόμη να τους πετύχουν;»

Ένα μεσόκοπο ζευγάρι, κλείνοντας τριάντα χρόνια γάμου, αποφασίζει να επαναλάβει το ταξίδι που έκαναν στον μήνα του μέλιτος. Αρχίζουν, λοιπόν, να επισκέπτονται όλα τα αγαπημένα μέρη πλημμυρισμένοι από ευτυχισμένες αναμνήσεις. Κάποτε φτάνουν έξω από ένα περιφραγμένο αγρόκτημα.
- «Γλύκα μου, λέει ο άντρας, θυμάσαι που κάναμε έρωτα σε τούτο το σημείο;», τη ρωτάει ο σύζυγος.
- Φυσικά αγάπη μου», λέει η σύζυγος, «και θέλω να το επαναλάβουμε»!
Πράγματι, κατεβαίνουν απ' το αμάξι, γδύνονται και η γυναίκα ακουμπάει την πλάτη της στο δικτυωτό σύρμα του φράχτη. Ο άντρας της πέφτει επάνω της και κάνουν έρωτα σαν τρελοί. Όταν τελείωσαν, ντύθηκαν και ξαναμπήκαν στο αυτοκίνητο.
- «Λατρεία μου, λέει παθιασμένα ο άντρας, δε θυμάμαι τότε -ούτε και ποτέ σ' αυτά τα τριάντα χρόνια που είμαστε παντρεμένοι- να μου 'χεις κάνει τέτοια τινάγματα και κουνήματα! Ήταν εκπληκτικό!
- «Ναι», απαντά η γυναίκα. «Αλλά τότε, αυτός ο καταραμένος φράχτης δεν ήταν ηλεκτροφόρος».

Τρεις δεκαετίες τώρα δύο ηρωικά αγάλματα, μιας γυναίκας κι ενός άντρα, στέκονται απέναντι - απέναντι στο κεντρικό πάρκο της πόλης. Ώσπου μια μέρα, κατεβαίνει ένας άγγελος από τον ουρανό και τους λέει:
- «Επειδή υπήρξατε παραδειγματικά αγάλματα θα σας κάνω ένα μεγάλο δώρο. Θα σας ξαναφέρω και τους δύο για μισή ώρα στη ζωή, στην οποία θα μπορέσετε να κάνετε ότι θέλετε».
Και με ένα χτύπημα των χεριών του, ο άγγελος πραγματοποίησε την υπόσχεσή του. Οι δυο τους στην αρχή πλησίασαν δειλά-δειλά ο ένας τον άλλο, αλλά πολύ γρήγορα αγκαλιάστηκαν και κρύφτηκαν μέσα σε κάτι πυκνούς θάμνους. Άρχισαν να ακούγονται γέλια, παράξενοι θόρυβοι, αναστεναγμοί και θόρυβοι από κλαδιά που σπάνε. Σε περίπου ένα τέταρτο βγήκαν από τους θάμνους τα δύο αγάλματα με ένα ευτυχισμένο χαμόγελο στα πρόσωπά τους.
- «Έχετε ακόμα δεκαπέντε λεπτά», τους λέει ο άγγελος. Οπότε, με ακόμα πιο ευτυχισμένο χαμόγελο το θηλυκό άγαλμα λέει στο αρσενικό:
- «Έλα, έλα πάμε να το ξανακάνουμε καλέ μου. Μόνο τώρα εσύ θα κρατάς το περιστέρι και εγώ θα του χέζω το κεφάλι»

Ένας παππούς 97 ετών πάει σε έναν ασφαλιστή.
- Γεια σας, θέλω να κάνω μια ασφάλεια ζωής
- Τι λες ρε παππού, ασφάλεια ζωής, τρελάθηκες, πόσο είσαι;
- 97 ετών, λέει ο παππούς. Τρελαίνεται ο ασφαλιστής.
- Μιλάς σοβαρά τώρα; Τι να την κάνεις;
- Να, θέλω να πάω με τον πατέρα μου ένα ταξίδι στο εξωτερικό και καλό είναι να είμαστε ασφαλισμένοι.
Ο ασφαλιστής έχει τρελαθεί!
- Με τον πατέρα σου; Πόσο είναι εκείνος;
- Ε, θα γίνει 125 τον άλλο μήνα.
- Και τι θα κάνετε στο εξωτερικό;
- Να μωρέ, πηγαίνουμε να επισκεφτούμε τον παππού μου.
Ο ασφαλιστής χτυπάει το κεφάλι του στο γραφείο.
- Τι λες, ρε μπάρμπα, με κοροϊδεύεις; Πόσο είναι ο παππούς σου;
- Κλείνει τα 142 σε μια βδομάδα.
- Και τι θα κάνετε εκεί;
- Παντρεύεται και πάμε στο γάμο!
Ο ασφαλιστής έχει σκαρφαλώσει στο πρεβάζι και είναι έτοιμος να φουντάρει.
- Και... γιατί παντρεύεται;
- Βλακείες μωρέ, τον πιέζουν οι γονείς του!

Ο ιδιοκτήτης ενός τσίρκου βάζει μια αγγελία για να βρει κάποιον που να μπορεί να δουλεύει με λιοντάρια. Εμφανίζεται ένας όμορφος νεαρός γύρω στα 25 και μια κουκλάρα ξανθιά, περίπου στην ίδια ηλικία. Τους λέει λοιπόν: «Δεν θα χρυσώσω το χάπι. Έχω ένα πολύ άγριο λιοντάρι. Έφαγε τον προηγούμενο θηριοδαμαστή και γι' αυτό φροντίστε να την ξέρετε καλά τη δουλειά. Λοιπόν, θα χρειαστείτε αυτό το όπλο, το μαστίγιο και το σκαμνί. Ποιος θέλει να ξεκινήσει πρώτος;». «Εγώ», λέει η κούκλα, δεν αγγίζει καν το μαστίγιο, το όπλο και το σκαμνί, ανοίγει την πόρτα του κλουβιού και μπαίνει μέσα. Το λιοντάρι την κοιτάζει, γλείφεται και ετοιμάζεται να ορμήσει. Στα μισά της απόστασης, εκείνη ξεκουμπώνει τη φόρμα της και αποκαλύπτει ένα καταπληκτικό γυμνό κορμί. Το λιοντάρι παγώνει στη θέση του για μια στιγμή και μετά αρχίζει να την πλησιάζει σιγά σιγά, γλυκά γλυκά σαν ερωτευμένο γατάκι γουργουρίζοντας... Πλησιάζει και αρχίζει να της γλείφει τα πόδια και με μουρμουρητά συνεχίζει να της γλείφει τις γάμπες, ανεβαίνει στους γλουτούς... και συνεχίζει για να ακουμπήσει κάποια στιγμή το κεφάλι του σαν νυσταγμένο μωράκι στην αγκαλιά της. Ο ιδιοκτήτης του τσίρκου έχει ανοίξει ένα στόμα δέκα πιθαμές. «Ποτέ στη ζωή μου δεν ξανάδα κάτι τέτοιο», λέει και ρωτάει τον νεαρό, «εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό;». «Φυσικά», λέει εκείνος, «αν πάρεις το λιοντάρι απ' τη μέση...».

Επιστρέφει ένας τύπος στο σπίτι του νωρίτερα από τη δουλειά και ακούει κάτι παράξενους θορύβους από την κρεβατοκάμαρα. Ανεβαίνει επάνω και βλέπει τη γυναίκα του γυμνή, ξάπλα και λαχανιασμένη. «Μα τι έγινε;», τη ρωτάει. «Αχ, άντρα μου, έπαθα συγκοπή καρδιάς», του λέει αυτή. Κατεβαίνει, ο καημένος, να καλέσει ασθενοφόρο και έρχεται ο μικρός γιος και του λέει: «Μπαμπά, ο θείος Γιάννης είναι γυμνός και είναι κρυμμένος στη ντουλάπα». Ανεβαίνει έξαλλος ο απατημένος σύζυγος πάνω, ανοίγει τη ντουλάπα, βλέπει τον αδελφό του γυμνό και του λέει: «Ρε παλιοκάθαρμα, δεν ντρέπεσαι; Δεν το περίμενα αυτό από εσένα. Η γυναίκα μου έπαθε συγκοπή καρδιάς και εσύ κυκλοφορείς γυμνός και τρομάζεις τα παιδιά»;

Είχαν αποφασίσει οι αστυνομικοί ότι στον 1000στό πελάτη των διοδίων θα έδιναν ένα δώρο 500ευρώ. Έτσι σταματάνε το χιλιοστό οδηγό που περνάει από τα διόδια και του λένε:
- "Συγχαρητήρια κύριε, είστε ο χιλιοστός πελάτης και κερδίζετε 500ευρώ.Τι θα κάνετε με αυτά τα χρήματα;" Ο οδηγός ενθουσιασμένος απαντάει:
- "Πω πω ευχαριστώ κύριε αστυφύλακα. Θα πάω αύριο κιόλας να βγάλω δίπλωμα..."
Πετάγεται η γυναίκα του από δίπλα:
- "Μην τον ακούτε κύριε αστυνόμε. Ποτέ δεν ξέρει τι λέει όταν πίνει." Και πετάγεται κι ο κουφός παππούς από το πίσω κάθισμα:
- "Σας τα `λεγα εγώ, δεν σας τα `λεγα; Δεν θα πάμε μακριά με κλεμμένο αμάξι..."

Mια αργόσχολη κοσμικιά παίρνει τηλέφωνο τον άνδρα της στο γραφείο του, κλαίγοντας.
«Γιατί κλαις γλυκιά μου;», τη ρωτάει αυτός.

«Να, προσπαθώ να φτιάξω ένα παζλ αλλά δεν τα καταφέρνω. Όλα τα κομμάτια φαίνονται ίδια!», απαντάει αυτή.
«Τι παζλ;», ρωτάει ο άνδρας.
«Να... είναι ένας κόκορας πάνω σε ένα κουτί, αλλά δεν μπορώ να το φτιάξω».
«Έλα, ηρέμησε... Όταν γυρίσω θα το φτιάξουμε μαζί, εντάξει;», την ηρεμεί ο άνδρας της.
Γυρνάει λοιπόν ο τύπος στο σπίτι του και βλέπει τη γυναίκα του να σπαράζει στο κλάμα, στο πάτωμα. Την πλησιάζει και της λέει:
«Έλα... Σήκω και μην κλαις. Είσαι τόσο όμορφη... Άκου τι θα κάνουμε: θα βάλουμε τα κορν φλέικς πάλι μέσα στο κουτί και δεν θα το πούμε πουθενά...!!!»


Πάει ένας τύπος μετά από πολύ καιρό στο γιατρό του να ρωτήσει για τα αποτελέσματα από κάτι εξετάσεις που είχε κάνει.
- "Τι γίνετε γιατρέ; Όλα καλά, έτσι;"
- "Δυστυχώς έχω για `σένα δυσάρεστα νέα και πολύ δυσάρεστα νέα», λέει ο γιατρός. «Ποια θες να ακούσεις πρώτα»;
- «Τι μου λες γιατρέ μου τώρα; Με κάνεις και ανησυχώ. Πες μου τα δυσάρεστα πρώτα. Τι τρέχει;", ρωτάει ο ασθενείς.
- "Κοίτα… Οι εξετάσεις δείχνουν ότι έχεις 24 ώρες ζωής!", λέει ο γιατρός.
- "Τι λες ρε γιατρέ τώρα; Και τα πολύ δυσάρεστα ποια είναι δηλαδή;"
- "Σε ψάχνω από χθες..."

Ένα ζευγάρι φοιτητών, με 500 ευρώ στην τσέπη τους και σε περίοδο εξετάσεων πήγαν κάπου να περάσουν καλά και να διαβάζουν. Βρίσκουν ένα ξενοδοχείο και πιάνουν ένα δωμάτιο, πιστεύοντας ότι με τα 500 ευρώ για 5 μέρες θα περνούσαν καλά.
Τελειώνουν οι μέρες και πάει το αγόρι να πληρώνει.
- "Τι οφείλουμε κύριε;"
- "600 ευρώ" απαντάει ο υπάλληλος.
- "Τι λέτε κύριε, γιατί τόσα;"
- "Γιατί το ξενοδοχείο είναι με πισίνα."
- "Μα εμείς δεν πήγαμε."
- "Ας πηγαίνατε, η πισίνα εδώ ήταν και έχει και τένις."
- "Μα εμείς δεν παίξαμε."
- "Έχει disco."
- "Μα δεν πήγαμε."
- "Ας πηγαίνατε, εδώ ήταν όλα."
- "Ωραία," λέει το αγόρι, "πάρε τα 500 ευρώ."
- "Και τα άλλα 100;," λέει ο υπάλληλος.
- "100 ευρώ είναι που πήγες εσύ με την κοπέλα μου."
- "Τι λέτε κύριε, εγώ δεν πήγα."
- "Aς πήγαινες, η κοπέλα μου στο δωμάτιο που μας δώσατε ήταν.

Πάει ο Λένιν στην κόλαση. Εκεί τους είχε συνδικαλίσει όλους. Τους είχε κλείσει ακόμα και τις φωτιές από τα καζάνια. Ο Διάβολος σκεφτόταν τι θα κάνει μ΄ αυτόν γιατί θα του διάλυε το μαγαζί. Αποφάσισε λοιπόν να τον στείλει στον παράδεισο. Μετά από ένα μήνα παίρνει τηλέφωνο τον Θεό. Το σηκώνει ο Θεός και του λέει ο Διάολος:
- Ρε φίλε Θεέ τι έγινε με τον Λένιν;
Και του απαντάει ο Θεός...
- Πρώτον δεν είμαστε φίλοι αλλά σύντροφοι και δεύτερον δεν υπάρχει Θεός

Ο πεζικάριος Κώστας μια μέρα ενώ ήταν σκοπιά στην πύλη, παίρνει ένα γράμμα από τον ταχυδρόμο. Με χαρά αναγνωρίζει στον φάκελο τον γραφικό χαρακτήρα της κοπέλας του -ας την πούμε Ιωάννα..
Γεμάτος χαρά ανοίγει το φάκελο, διαβάζει και το χαμόγελό του παγώνει.. (είναι πολύ εύκολο έτσι και αλλιώς να σου παγώσει το χαμόγελο εκεί πάνω όταν έχει -10)..
Και διαβάζει:
"Αγαπημένε μου Κώστα,
Είμαστε μαζί 3 χρόνια. Και το ξέρεις πόσο σε αγαπώ. Δεν μπορώ να αντέξω όμως το ότι είσαι μακριά μου. Για αυτό πήρα την απόφαση να χωρίσουμε. Έτσι και αλλιώς, σε μερικές στιγμές αδυναμίας, σε απάτησα. Συγχώρεσέ με, αλλά έτσι είναι καλύτερα και για τους δυο μας... Σε παρακαλώ να μου στείλεις όποιες φωτογραφίες μου έχεις
Γεια
Ιωάννα"
Μέχρι να τελειώσει η σκοπιά, ο Κώστας έχει καπνίσει 17 1/2 πακέτα prince και έχει ρίξει το κλάμα της ζωής του. Τελειώνοντας τη σκοπιά του και προσπαθώντας να ηρεμήσει, πάει στο θάλαμο και φωνάζει όλες τις σειρές. Τους ζητάει να του δώσουν όσες φωτογραφίες μπορούν, από γκόμενες, αδερφές, θείες, μανάδες, γιαγιάδες, ξαδέρφες και πάει λέγοντας. Μαζεύει καμιά 80αριά φωτογραφίες και τις βάζει σε ένα φάκελο. Μετά πάει στο κρεβάτι του και γράφει το εξής γράμμα:
"Αγαπητή Ιωάννα,
Επειδή δεν μπορώ να θυμηθώ ποια ακριβώς είσαι, σε παρακαλώ, διάλεξε την δικιά σου φωτογραφία και στείλε τις υπόλοιπες πίσω.
Κώστας "

Μια μέρα ο Θεός, ήθελε να δει πως πηγαίνουν τα πράγματα κάτω στη γη με τα ναρκωτικά. Στέλνει λοιπόν τους Αποστόλους στη γη, για να μαζέψουν πληροφορίες! Αφού πέρασαν μερικές μέρες, πηγαίνει ο Άγιος Πέτρος και του φέρνει λίγη "κόκα" λέγοντας:
- "Σου έφερα λίγη κοκαΐνη. Καλό πράμα. Σε ανεβάζει."
Μετά έρχεται ο Απόστολος Παύλος και του λέει:
- "Εγώ σου έφερα λίγο χασίσι. Το καπνίζεις και χαλαρώνεις. Φτιάχνεσαι ρε παιδάκι μου!"
Μετά έρχεται ο Ιωάννης και του λέει:
- "Eγώ σου έφερα L.S.D. Το παίρνεις και χάνεσαι. Βγαίνεις out of space!"
Αφού πέρασαν όλοι οι απόστολοι, με όλα τα ναρκωτικά που βρήκαν, έρχεται και η σειρά του Ιούδα. Ο Θεός τον ρωτάει:
- "Ιούδα εσύ τι μας έφερες;"
Και ο Ιούδας:
- "Εγώ σας έφερα τη δίωξη ναρκωτικών!"

Σε ένα χωριό του Μεξικού σε ένα μπαρ ήταν τρεις μεξικάνοι. Εκεί που έπιναν περνάει από τον δρόμο μια μηχανή, μετά από τέσσερις ώρες λέει ο ένας:
- "Μηχανή ήταν αυτό;"
Μετά από πέντε ώρες απαντά ο άλλος:
- "Μμμμμμ."
Τότε μετά από τρεις ώρες αποκρίνεται και ο τελευταίος:
- "Μαλάκες, αν έχετε όρεξη για κουβέντα πείτε το μου να φύγω!

Ο πατέρας στο γιο του:
- "Σήμερα, αγόρι μου, κλείνεις τα 17. Σου επιτρέπω να καπνίσεις ένα τσιγάρο!"
- "Όχι, ευχαριστώ μπαμπά.", απαντά το παιδί.
- "Μα καλά δε θες ούτε να δοκιμάσεις;"
- "Μπα, όχι! Το `χω κόψει δυο χρόνια τώρα."

Ο Μήτσος ο βοθρατζής ξεκινά με τον βοηθό του τον τον Γιακουμή για να ξεβουλώσουν έναν βόθρο. Με το που φθάνουν ο Μήτσος φοράει μια μάσκα και βουτάει μέσα στον βόθρο. Σε δυο λεπτά βγάζει το κεφάλι από τα σκατά και λέει στον Γιακουμή:
- "Φέρε μου το κατσαβίδι."
Ξαναπέφτει μέσα. Μετά από λίγο βγάζει το κεφάλι και λέει στον Γιακουμή:
- "Φέρε την πένσα."
Ξαναπέφτει μέσα. Αφού ζήτησε κι αλλά εργαλεία από τον Γιακουμή σε είκοσι λεπτά τελειώνει και βγαίνει από το βόθρο. Όπως σκουπιζόταν γυρίζει στον Γιακουμή και λέει:
- "Κοίτα κωλόπαιδο να μάθεις γρήγορα την δουλειά γιατί μια ζωή εργαλεία θα δίνεις."

Πραγματικός διάλογος μέσω ραδιοεπικοινωνίας που έγινε μεταξύ ενός αμερικανικού πολεμικού σκάφους και Καναδών, στα ανοικτά των ακτών της Νέας Γης:
ΚΑΝΑΔΟΙ: “Παρακαλούμε, αλλάξτε την πορεία σας κατά 15 μοίρες νότια, για ν' αποφύγετε σύγκρουση...”
ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ: “Συνιστούμε ν' αλλάξτε εσείς την πορεία σας, 15 μοίρες βόρεια, για ν' αποφύγετε σύγκρουση...”
ΚΑΝΑΔΟΙ: “Αρνητικό. Πρέπει εσείς να αλλάξετε την πορεία σας...”.
ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ:“ Σας ομιλεί ο κυβερνήτης αμερικανικού πολεμικού σκάφους, επαναλαμβάνω αλλάξτε αμέσως την πορεία σας”
ΚΑΝΑΔΟΙ: “Αρνητικό. Αλλάξτε εσείς την πορεία σας...”.
ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ: “Είμαστε το αεροπλανοφόρο "USS LINKOLN" το δεύτερο μεγαλύτερο σκάφος του αμερικανικού στόλου Ατλαντικού! Συνοδευόμαστε από τρία αντιτορπιλικά, τρία καταδρομικά και μεγάλο αριθμό πλοίων συνοδείας! Σας διατάζω ν' αλλάξτε την πορεία σας, αλλιώς θα ληφθούν εναντίον σας μέτρα για να διασφαλισθεί η ασφάλεια του σκάφους...”.
ΚΑΝΑΔΟΙ: “Σας ομιλεί... φάρος! Kάντε ό,τι νομίζετε...”

Μπαίνει κάποιος στο μπαρ, ακολουθούμενος από μια στρουθοκάμηλο. Κάθεται κι ο μπάρμαν έρχεται να πάρει την παραγγελία.
- «Μια μπίρα για μένα», λέει ο άντρας και, γυρνώντας στη στρουθοκάμηλο, τη ρωτάει: «Εσύ τι θα πάρεις»;
- «Κι εγώ μια μπίρα», απαντάει η στρουθοκάμηλος. Ο μπάρμαν τους φέρνει τις μπίρες, παίρνει τα λεφτά που του δίνει ο άντρας, 1162,40 δραχμές ακριβώς και απομακρύνεται.
Την επόμενη μέρα πάλι η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται: Δυο μπίρες για τον άντρα και τη στρουθοκάμηλο, ο άντρας πληρώνει 1162,40 δραχμές ακριβώς, χωρίς να χρειαστεί να πάρει ρέστα. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια και ο μπάρμαν πλέον δεν αντέχει και ρωτάει:
- «Πώς τα καταφέρνετε και πάντα έχετε το ακριβές αντίτιμο των ποτών στην τσέπη σας»;
- «Α…», απαντάει ο άνδρας, «πριν από κάμποσα χρόνια καθάριζα το πατάρι και βρήκα ένα παλιό λυχνάρι, το έτριψα και το τζίνι πετάχτηκε έξω και μου είπε ότι θα πραγματοποιούσε δυο επιθυμίες μου. Η πρώτη ήταν ότι, όταν θα χρειαζότανε να πληρώσω κάτι, θα είχα πάντα το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- «Φοβερό!» αναφώνησε ο μπάρμαν. «Οι πιο πολλοί άνθρωποι θα είχαν ζητήσει ένα εκατομμύριο δολάρια ή κάτι τέτοιο, αλλά εσείς, μ' αυτό που ζητήσατε, θα είσαστε πάντα όσο πλούσιος θέλετε, για όσο ζείτε».
- «Σωστά!», λέει ο άντρας. «Είτε πρόκειται για ένα λίτρο γάλα, είτε για μια Rolls Royce, πάντα έχω το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου».
- Και κάτι ακόμη θα ήθελα να σας ρωτήσω. Γιατί είσαστε πάντα με τη στρουθοκάμηλο»;
- «Α…», ξεροβήχει ο άνδρας, «η δεύτερη επιθυμία μου ήταν για ένα θηλυκό με μακριά πόδια»

Ένας τυφλός ταξιδεύει προς το Τέξας αεροπορικώς. Μπαίνει στο αεροπλάνο, κάθεται στο κάθισμα, το οποίο αισθάνεται τεράστιο. Οπότε και ρωτά την αεροσυνοδό:
- "Συγγνώμη, αλλά αυτό το κάθισμα δεν είναι κάπως μεγαλύτερο απ` το κανονικό;"
- "Όλα στο Τέξας είναι μεγαλύτερα!", του απαντά αυτή.
Φτάνει στο ξενοδοχείο, πάει στο δωμάτιό του, όπου περπατάει επί ένα λεπτό χωρίς να φτάσει σε τοίχο.
- "Δεν είναι κάπως μεγάλο το δωμάτιο;" ρωτά το παιδί που ανέβασε τις βαλίτσες.
- "Όλα στο Τέξας είναι μεγαλύτερα.", του απαντάει εκείνο.
Κατεβαίνει στο μπαρ, όπου ζητάει ένα μικρό ποτήρι μπύρα. Ο μπάρμαν όμως, του δίνει ένα ποτήρι του ενός λίτρου.
- "Συγνώμη, ένα μικρό ποτήρι μπίρα ζήτησα!", λέει ο τυφλός στον μπάρμαν.
- "Όλα στο Tέξας είναι μεγαλύτερα", απαντάει ο μπάρμαν.
Κάποια στιγμή, ο τυφλός θέλει να πάει στην τουαλέτα, οπότε και ρωτάει τον μπάρμαν που είναι.
- "Τρίτη πόρτα δεξιά στον διάδρομο."
Ο τυφλός πάει ψηλαφίζοντας. Κατά λάθος όμως, μπαίνει στην τέταρτη πόρτα, όπου βρίσκεται η πισίνα και φυσικά όντας τυφλός, πέφτει μέσα. Οπότε αρχίζει να ουρλιάζει τρομοκρατημένος:
- "Μην τραβήξετε το καζανάκι!".

H Durex με λύπη σάς πληροφορεί ότι η γέννησή σας ήταν ατύχημα... Παρακαλώ μεταβείτε στο πλησιέστερο νοσοκομείο για ευθανασία. Λυπούμαστε για την αναστάτωση...

Μια φορά κι έναν καιρό μία τίγρη περπατούσε στη ζούγκλα. Κάποια στιγμή βλέπει ένα μικρό πίθηκο και του φωνάζει με άγριο ύφος:
- Ποιο είναι το δυνατότερο από όλα τα ζώα της ζούγκλας;
- "Εσύ φυσικά!", απαντά αυτό φοβισμένο.
Μετά από λίγο η τίγρη συναντάει μία αρκούδα και τη ρωτάει δείχνοντάς της τα κοφτερά της νύχια:
- Ποιο είναι το πιο τρομαχτικό παντοδύναμο ζώο της ζούγκλας;
- "Εσύ βέβαια!", απαντά κι αυτή φοβισμένη.
Μετά από λίγο η τίγρη συναντά έναν ελέφαντα και του κάνει την ίδια ερώτηση. Αυτός τη βουτάει με την προβοσκίδα του, τη σηκώνει ψηλά και την πετάει πάνω σε ένα δέντρο. Όταν αυτή συνέρχεται, τον κοιτάει και του λέει:
- Καλά ρε φίλε, δε χρειάζεται να νευριάζεις επειδή δεν ξέρεις την απάντηση…

Μια κρύα νύχτα του φθινοπώρου, ο γάτος αποφασίζει ότι ο γιος του έχει φτάσει πλέον σε μια ηλικία όπου θα πρέπει να μάθει τι παίζεται με τις γυναίκες. Έτσι φωνάζει το γατάκι και του λέει: «Γιε μου, σήμερα είναι η μεγάλη μέρα. Σήμερα θα σου μάθω πώς να κάνεις έρωτα!». Χαρά το γατάκι, το οποίο δεν πολυκατάλαβε, αλλά μοιράστηκε τον ενθουσιασμό του γάτου-πατέρα του. Το πιάνει λοιπόν και βγαίνουν έξω στα κεραμίδια. «Τώρα πρόσεχε καλά», λέει ο πατέρας, «θα κάνεις ό,τι κάνω, εντάξει;». «Εντάξει, πατέρα», λέει το γατάκι. Αρχίζει λοιπόν ο γάτος να νιαουρίζει μεστά και πονεμένα, φωνάζοντας όποια γάτα τύχαινε να βρίσκεται στην περιοχή. Αμέσως μετά το γατάκι, με την ψιλή φωνή προσπαθεί να μιμηθεί τον πατέρα του. Του κάκου όμως, το κρύο είναι τσουχτερό και καμία γάτα με σώας τας φρένας δεν έχει ξεμυτίσει. Έτσι λοιπόν ο γάτος ξαναδοκιμάζει την τύχη του, νιαουρίζει και πάλι, ακόμα πιο δακρύβρεχτα, από πίσω το γατάκι προσπαθεί να μιμηθεί και πάλι τον πατέρα του. Για μια ακόμα φορά όμως καμία γάτα δεν εμφανίζεται. Ο πατέρας πεισμώνει και αρχίζει να νιαουρίζει συνεχώς, ενώ το γατάκι με δυσκολία προσπαθεί να μιμηθεί τη χροιά του νιαουρίσματος του πατέρα του. Αφού έχει περάσει κάνα τέταρτο συνεχούς νιαουρίσματος, το γατάκι σκουντάει τον πατέρα του στην πλάτη και του λέει: «Ρε πατέρα, αρκετά γαμήσαμε. Δεν πάμε τώρα μέσα γιατί έχω ξεπαγιάσει;».

Τρέχει ο λαγός του σκοτωμού μέσα στο δάσος και ξαφνικά βλέπει το ελάφι αραχτό κάτω από ένα δένδρο, να καπνίζει χασίσι.
- «Τι κάνεις εδώ;». Του λέει άγρια ο λαγός. «Είσαι τρελός; Είμαστε μέσα στην φύση, στον καθαρό αέρα και εσύ ρουφάς μαύρο; Εμπρός σήκω να τρέξουμε παρέα να γυμναστούμε».
- «Δίκιο έχεις», λέει με ενοχές το ελάφι..
Παρατάει τα τσιγαριλίκια και αρχίζει να τρέχει με το λαγό. Εκεί που τρέχανε, συναντούν την αλεπού, να έχει πλακωθεί στην κοκαΐνη.
- «Καλά ρε λέει το ελάφι, είμαστε μέσα στο δάσος στον καθαρό αέρα και εσύ σνιφάρεις κόκα; Έλα μαζί μας να τρέξουμε να γυμναστούμε να ανοίξουν τα πνευμόνια μας».
- «Δίκιο έχετε ρε παιδιά», λέει η αλεπού... και αρχίζει να τρέχει με τους άλλους δύο. Λίγο πιο κάτω συναντούν τον λύκο που ετοιμαζόταν να χτυπήσει ηρωίνη.
- «Καλά ρε δεν ντρέπεσαι; Να είμαστε μέσα στη φύση στον καθαρό αέρα και εσύ να τρυπιέσαι;», του λέει η αλεπού.. « Άντε σήκω και έλα μαζί μας να τρέξουμε να γυμναστούμε να ανοίξουν τα πνευμόνια μας», του λέει το ελάφι.. Και ο λύκος:
- «Δε γαμιέστε πρωί πρωί λέω εγώ, κάθε φορά που παίρνει ο λαγός ecstasy, εμείς θα τρέχουμε σαν τους μαλάκες μέσα στο δάσος;»

Κάποιοι Καουμπόηδες είναι στο μπαρ και συζητάνε για γυναίκες, σεξ και αγαπημένες στάσεις. Τότε ένας λέει: «Εμένα η αγαπημένη μου στάση είναι το Ροντέο, έτσι είναι που τη βρίσκω πραγματικά». Όλοι οι άλλοι του λένε γεμάτοι περιέργεια: «Για πες μας, για πες μας!». «Λοιπόν, να σας εξηγήσω», τους λέει αυτός, «είναι απλό. Καβαλάς τη γυναίκα σου, κανονικά. Αρχίζεις τα διάφορα, όπως συνήθως. Δεν βιάζεσαι, της κάνεις ότι της αρέσει. Όταν δεις ότι έχει ανάψει και την έχει βρει, κρατιέσαι γερά. Σκύβεις και της ψιθυρίζεις στο αυτί: “Και η αδερφή σου λατρεύει αυτή τη στάση”! Μετά προσπαθείς να κρατηθείς επάνω της για οχτώ δευτερόλεπτα»!

Φωνάζει ο διοικητής τους Λοκατζήδες κάπου στο βουνό, και τους λέει: «Θα κάνουμε μια άσκηση. Θα καμουφλαριστείτε, θα κρυφτείτε καλά, και αν δεν βρω κανέναν μέσα σε μια ώρα θα απολυθείτε όλοι ένα μήνα νωρίτερα. Αλλά αν βρω έστω και έναν, τότε θα απολυθείτε δύο μήνες αργότερα». Γεμάτοι αυτοπεποίθηση οι Λοκατζήδες, συμφωνούν. Και αρχίζουν να καμουφλάρονται. Ο ένας έγινε «θάμνος», ο άλλος «δέντρο», ο παράλλος «πέτρα», ο πιο δίπλα «λίμνη» και τα σχετικά. Ξεκινά να μετράει ο χρόνος, ψάχνει ο διοικητής, ένα τέταρτο, μισή ώρα, τρία τέταρτα, 50 λεπτά, 55 λεπτά, τίποτα. Ξαφνικά, ένα λεπτό πριν συμπληρωθεί η ώρα, βλέπει ένα δέντρο να τρέχει. «Ωωωωπ, σε τσάκωσα», φωνάζει. Αγανακτισμένοι οι υπόλοιποι Λοκατζήδες, ρωτάνε τον μεταμφιεσμένο σε δέντρο, τι τον έπιασε τον μαλάκα κι άρχισε να τρέχει και τους έκαψε όλους. «Ε, να», εξηγεί. «Ήρθε στην αρχή ένας σκύλος, με κατούρησε, δεν είπα τίποτα. Μετά ήρθε ένα ζευγάρι, πηδήχτηκε μπροστά μου, δεν είπα τίποτα. Μετά ήρθαν δύο πουλάκια, με κουτσούλισαν στα μούτρα, δεν είπα τίποτα. Πέρασα τα πάντα, αλλά άντεξα. Ώσπου ήρθαν αυτά τα δύο σκιουράκια». «Μα καλά, εδώ άντεξες τα πάντα, τα σκιουράκια φοβήθηκες;», τον ρωτάνε οι υπόλοιποι. «Ε, δεν υπήρχε πρόβλημα, μέχρι που είπε το ένα στο άλλο: “Θα φάμε το ένα καρύδι εδώ και το άλλο θα το πάρουμε σπίτι”».

Ήταν σε ένα σπίτι μια γυναίκα και έβγαζε τα μάτια της με έναν εραστή. Ξαφνικά, ανοίγει εξώπορτα του σπιτιού και μπαίνει μέσα ο γιος της: Τρέχει στην κρεβατοκάμαρα και λέει:
- "Μαμά, πήγαμε εκδρομή!"
- "Τι κάνεις εδώ μέσα παιδάκι μου;" λέει εκνευρισμένη η μάνα του και το κλείνει μέσα στην ντουλάπα.
Ύστερα από μερικά λεπτά μπαίνει μέσα στο σπίτι ο άντρας της (διαβολική σύμπτωση), που τέλειωσε νωρίς στη δουλειά. Με το που τον ακούει αυτή ταράζεται. Τέλος πάντων βάζει και τον γκόμενό της μες στη ντουλάπα.
- "Είναι σκοτεινά εδώ μέσα...," κάνει το παιδί.
- "Το ξέρω," λέει ο γκόμενος.
- "Έχω μια μπάλα ποδοσφαίρου."
- «Και τι μου το λες;» απαντά ο γκόμενος.
- "Στην πουλάω 50 ευρώ."
- "Σιγά που θα σου δώσω και 50 ευρώ.", απαντάει ο γκόμενος.
- "Ο μπαμπάς μου είναι απ` έξω... Θες να τον φωνάξω;"
Τι να κάνει ο γκόμενος, του δίνει 50 ευρώ και τελειώνει η ιστορία. Δύο ημέρες μετά, πάλι το ίδιο σκηνικό. Έρχεται πρώτα ο γιος, τον κλείνει η μάνα του στην ντουλάπα, έρχεται μετά και ο άντρας, μπαίνει κι ο γκόμενος στην ντουλάπα.
- "Είναι σκοτεινά εδώ μέσα..."
- "Ωχ..."
- "Έχω μια μπάλα μπάσκετ."
- "Λέγε πόσο την πουλάς να τελειώνουμε."
- "60 ευρώ."
Του δίνει πάλι τα 60 ευρώ και τελειώνει το θέμα.
Μια αργία, όμως, ρωτάει ο μπαμπάς το παιδί αν θέλει να πάνε να παίξουν μπάλα... Το παιδί τα μασάει λιγάκι και τελικά του λέει ότι πούλησε την μπάλα ποδοσφαίρου του (καθώς και του μπάσκετ) για 110 ευρώ σύνολο. Ο πατέρας τα παίρνει και του λέει:
- "Τι πράγμα πούλησες τις μπάλες σου για 110 ευρώ; Είμαι σίγουρος ότι εκμεταλλεύτηκες κανένα μικρό! Αυτό είναι αμαρτία απ` το Θεό ρε! Πάμε γρήγορα να εξομολογηθείς."
Το παιδί έχει χεστεί πάνω του. Φτάνουν στην εκκλησία και ο πατέρας βάζει το παιδί στο εξομολογητήριο. Το παιδί κοιτά γύρω του τρομαγμένο και λέει:
- "Είναι σκοτεινά εδώ μέσα..."
Ακούγεται (απ` την άλλη μεριά του εξομολογητηρίου):
-"Μην αρχίζεις πάλι τις ίδιες μαλακίες.

Μια γυναίκα βρισκόταν στο κρεβάτι με τον εραστή της όταν άκουσε τον άνδρα της να μπαίνει στο σπίτι. «Βιάσου» του είπε «στάσου σε αυτή την γωνία». Τον άλειψε με baby oil και άπλωσε πάνω του ταλκ. «Μην κουνηθείς μέχρι να σου πω εγώ» του ψιθύρισε «Προσποιήσου πως είσαι άγαλμα».
Ο σύζυγος μπήκε στο δωμάτιο και ρώτησε «Τι είναι αυτό γλυκιά μου;»
«Ένα άγαλμα» του απάντησε. «Οι Γεωργίου αγόρασαν ένα για την κρεβατοκάμαρα τους και μου άρεσε τόσο πολύ που πήρα και εγώ ένα». Δεν είπαν τίποτε άλλο για το άγαλμα. Κάποια στιγμή το βράδυ που κοιμόντουσαν ο σύζυγος ξύπνησε, πήγε στην κουζίνα, έφτιαξε ένα σάντουιτς, έβαλε ένα ποτήρι γάλα και τα πήγε στο άγαλμα. «Πάρε» του είπε «να φας κάτι. Εγώ στεκόμουν σαν ηλίθιος στους Γεωργίου τρία μερόνυχτα και κανείς δεν μου έδωσε τίποτα, ούτε καν ένα ποτήρι νερό».

Ένα βράδυ, ο Τοτός και ο πατέρας του παίρνουν ταξί για να πάνε επίσκεψη στη γιαγιά του Τοτού. Καθώς περνάνε έξω από ένα μπουρδέλο, βλέπει ο Τοτός το κόκκινο φως και ρωτάει τον πατέρα του με περιέργεια:
«Μπαμπά, τι μέρος είναι αυτό με το κόκκινο φωτάκι;»
- «Α... Αυτό είναι ένα καλό μαγαζί».
+ «Μπουρδέλο», λέει ο ταξιτζής.
«Και τι υπάρχει μέσα σε αυτό το καλό μαγαζί, μπαμπά;», ξαναρωτάει ο Τοτός.
- «Υπάρχουν κάτι καλές κυρίες», απαντάει ο πατέρας.
+ «Πουτάνες», λέει ο ταξιτζής.
«Και τι κάνουν αυτές οι καλές κυρίες, μπαμπά»;
- «Εξυπηρετούν κάτι κυρίους».
+ «Γαμιούνται», λέει ο ταξιτζής.
«Κάνουν παιδάκια, μπαμπά»;
- «Καμιά φορά», λέει ο πατέρας του.
+ «Μπάσταρδα», λέει ο ταξιτζής.
«Και τι γίνονται αυτά τα παιδάκια, μπαμπά, όταν μεγαλώσουν»;
- «Ταξιτζήδες!», λέει ο πατέρας του.

5 σχόλια:

  1. διαπλε!!! δεν ειχα καταλαβει πως πρεπει να κανουμε την αυτοσυγκρατιση και να μην τα διαβασουμε ολα!!!
    ελπιζω να μας συνχωρεσεις και εμενα και τον busy bee για αυτη την αποκοτια μας!!!!
    Η.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είναι λίγο παλιά βέβαια, εκεί που έλεγε δραχμές έβαλα ευρώ, αλλά είναι τόσο ωραία και μια και τα βρήκα συγκεντρωμένα είπα να τα βάλω εδώ να γελάσουμε λιγάκι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.